gikydor

ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΜΠΟΝΣΑΙ ΕΝΥΔΡΕΙΑ ΕΜΕΙΣ... ΛΙΜΝΗ


ΕΝΥΔΡΕΙΑ

ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΕΙΣ ΕΝΥΔΡΕΙΩΝ

BONSAI

Η ΛΙΜΝΗ ΜΑΣ

ΕΡΠΕΤΑ

ΔΙΑΦΟΡΑ

ΤΕΧΝΗ

 

 

Mikrogeophagus ramirezi (Mayers and Harry, 1948)

 

 

Συνώνυμα: Papilochromis ramirezi, Apistogramma ramirezi

Βιότοπος: Λεκάνη του ποταμού Ορενόκο, τα Ιλάνος (ελώδεις περιοχές) της Βενεζουέλα και οι υγρότοποι της Κολομβίας.

Οικογένεια: CICHLIDAE, Υποοικογένεια Geophaginae

Τελικό μέγεθος: έως 7,0 cm.

Ενυδρείο: Για μια μικρή αποικία αποτελούμενη από δύο με τρία αρσενικά και έξη με επτά θηλυκά τουλάχιστον 270 λίτρα (species tank).

Για ένα ζευγάρι Μ. ramirezi και ένα μικρό κοπαδάκι tetras (πχ Hemigrammus blehheri, Cheirodon herbertaxelrodi κ.α.) των δέκα περίπου ατόμων, ένα  μικρόσωμο από τα Ancistrus species (πχ A. temmincki) και έξι μικρόσωμα Corydoras species (πχ. C. pygmaeus, C. elegans.) από 80 λίτρα (community tank).

 

Τα ψάρια που κυκλοφορούν στο εμπόριο, τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό, προέρχονται από υδατοκαλλιέργειες της νοτιοανατολικής Ασίας ή της βόρειας Ευρώπης. Αυτός είναι ο λόγος που τα ψάρια που βλέπουμε σήμερα σε ενυδρεία δεν έχουν τα έντονα χρώματα των άγριων ψαριών, αν και οι Ευρωπαίοι breeders έχουν το προνόμιο της σαφώς καλύτερης ποιότητας από αυτή που διαθέτουν οι Ασιατικές πηγές.

 


Mikrogeophagus ramirezi

Foto: Br. Cavignaux

 

Βιολογία

Το είδος ανήκει στην τάξη των Περκόμορφων (Perciformes) και κατατάσσεται στα Ακτινοπτερύγια (Actinopterygii). Είναι βενθοπελαγικό ψάρι. Τα φυσικά νερά στα οποία ζει παρουσιάζουν pH 5,0 έως 6,0, ολική σκληρότητα από πέντε (5 °dGH) έως δώδεκα (12 °dGH) και θερμοκρασίες από 22°C έως 35°C. Ζουν σε ρυάκια, ανοιχτές λιμνούλες και ρηχές μικρές λίμνες. Τα νερά είναι πολύ καθαρά και το φως φτάνει ως το βυθό, χωρίς να βρίσκει εμπόδιο σε ιζήματα και υδρόβια φυτά.


Mikrogeophagus altispinosa

Foto: J. Glaser

Μαζί με το Mikrogeophagus altispinosa (Bolivian Ram) συνιστούν την ομάδα των μικρόσωμων κιχλίδων πεταλούδων (Dwarf butterfly cichlids) και είναι από τα πλέον δημοφιλή είδη που διατηρούνται στην αιχμαλωσία από τη δεκαετία του ’50 και εντεύθεν, αν και το M. altispinosa είναι λιγότερο ευαίσθητο και λιγότερο δημοφιλές.

Το είδος έχει χρησιμοποιηθεί σε μελέτες συμπεριφοράς. Δημιουργεί ουδέτερες οικογένειες με χαλαρούς δεσμούς. Συνήθως περισσότερα από ένα θηλυκά άτομα προστατεύουν μια περιοχή (spawning site) ενώ ένα αρσενικό προστατεύει και ελέγχει μία μεγαλύτερη περιοχή γύρω από τα spawning sites και ζευγαρώνει με όσα θηλυκά βρίσκονται εντός αυτών των ορίων. Γεννούν τα αβγά τους σε μικρές «σπηλιές» και ο αριθμός τους κυμαίνεται μεταξύ εκατόν πενήντα και διακοσίων αβγών σε κάθε γέννηση. Τα αρσενικά συνήθως δεν μπαίνουν στις «σπηλιές» των θηλυκών είτε λόγω του μεγαλύτερου μεγέθους τους ή γιατί τα ίδια τα θηλυκά δεν τους το επιτρέπουν. Είναι πολύ καλοί γονείς αφού προστατεύουν και φροντίζουν τα αβγά, τις λάρβες και τα ιχθύδιά τους. Μέσα σε ενυδρείο έχουν παρατηρηθεί ιδιαίτερες συμπεριφορές.

Η διατροφή τους στο φυσικό περιβάλλον αποτελείται από ζωική και φυτική ύλη. Τρέφονται συνήθως με βενθικούς οργανισμούς (σκουλήκια, νύμφες ή προνύμφες εντόμων, μικρά ασπόνδυλα και καρκινοειδή), πλανκτονικούς οργανισμούς, aufwuchs και άλγες. Η ίδιας ποιότητας διατροφή πρέπει να ακολουθηθεί ώστε να αναπαραχθούν στην αιχμαλωσία. Νεοεκκολαυθήσα Artemia salina (A0, Artemia nauplii), Daphnia, Cyclops, glass worms, grindal worms, micro worms, vinegar eels, white worms (όχι red mosquito larvae), σάρκα μυδιών, λευκό κρέας ψαριού κλπ είναι οι ιδανικές ζωντανές ή κατεψυγμένες τροφές για το είδος. Παρασκευασμένες τροφές σαν το shrimp mix που παρουσιάζει ο Ad Konings στις δημοσιεύσεις του φτιάχνουν μια πολύ ισορροπημένη δίαιτα γι αυτό το ψάρι. Θα φάνε ακόμα και flakes εάν εγκλιματιστούν καλά σε ενυδρείο, αλλά για την αναπαραγωγή θα χρειαστούν οι παραπάνω αναφερθείσες  ζωντανές, κατεψυγμένες και παρασκευασμένες τροφές.

Το είδος είναι μονογαμικό και χρησιμοποιεί για spawning sites πέτρες, ρίζες, κλαδιά και πυκνά μέρη με βλάστηση κοντά στις όχθες.

 

Διατήρηση στην αιχμαλωσία - Αναπαραγωγή

Το ενυδρείο που θα φιλοξενήσει το είδος πρέπει να έχει κάποια βλάστηση, ώστε τα ψάρια να νοιώθουν ασφάλεια και θα δείξουν τα χρώματά τους κάτω από τα σκιασμένα μέρη. Ρίζες και πέτρες πρέπει να συμπεριλαμβάνονται στο aquascaping.


Satanoperca leucosticta

Foto: H. Slesinger

Το υπόστρωμα θα πρέπει να αποτελείται από σκουρόχρωμο φίνο χαλίκι (όσο πιο ψιλό τόσο καλύτερα), μιας και το είδος τρέφεται στο βυθό χρησιμοποιώντας την τεχνική των μεγαλόσωμων εξαδέλφων της υποοικογένειας (πχ Satanoperca leucosticta, Geophagus brasiliensis, κλπ). Παίρνουν δηλαδή «μπουκιές» από το υπόστρωμα στο στόμα τους και μέσω των φαρυγγικών τους δοντιών ξεχωρίζουν τα βρώσιμα ευρήματά τους ενώ απαλλάσσονται από την άχρηστη άμμο μέσω των βραγχίων τους. Αυτόματα καταλαβαίνουμε τι ζημιά μπορεί να κάνει στα βράγχια τους η χρήση χοντρού ή «άγριου» χαλικιού. Προτιμότερη είναι η χρήση λεπτόκοκκης χαλαζιακής άμμου.

Στο φυσικό τους περιβάλλον αναπαράγονται κατά την αποχή των βροχών, όπου οι βροχές εμπλουτίζουν με νερό πλούσιο σε θρεπτικά συστατικά τα υδάτινα συστήματα όπου ζουν τα ψάρια, παρασύροντας την πλούσια σε ιχνοστοιχεία και μέταλλα λάσπη. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα την αύξηση των μικροοργανισμών στα υδάτινα συστήματα και έτσι δίνετε το ερέθισμα της αναπαραγωγής λόγω της τροφικής αφθονίας. Η είσοδος τανικών ή/και χουμικών οξέων σε αυτά τα νερά κατεβάζει το pH δραματικά (έχουν σημειωθεί μετρήσεις pH 4,5 και ανθρακικής σκληρότητας - dKH - κάτω και από έναν  γερμανικό βαθμό) και παίζει και αυτή η διαδικασία σημαντικό ρόλο σε αυτό το ερέθισμα.

Για να επιτύχουμε ζευγάρωμα στην αιχμαλωσία θα πρέπει να ταΐσουμε τα ψάρια με υψηλής ποιότητας πρωτεϊνούχες (όχι παράγωγα θερμόαιμων ζώων) τροφές και σε μεγάλες ποσότητες, να κάνουμε τις μερικές αλλαγές νερού με ελαφρά πιο δροσερό (1°C με 2°C) και πιο όξινο και μαλακό νερό, να ανεβάσουμε κατά δύο βαθμούς (2°C) τη θερμοκρασία και να μην ενοχλούμε το tank τους με δραστηριότητές μας μέσα σε αυτό ή στο χώρο που το έχουμε εγκαταστήσει.

Το αναπαραγωγικό ενυδρείο (breeding tank) καλό είναι να φέρει κομμάτια από πλαστικό σωλήνα ύδρευσης (P.V.C.) που θα χρησιμοποιηθούν ως καταφύγιο για τα μικρότερα θηλυκά άτομα και να είναι όσο το δυνατόν λιγότερο «φορτωμένο», ώστε να είναι δυνατή η παρατήρηση των φιλοξενουμένων ψαριών.


Vesicularia dubyana Javamoos

Φυτά όπως τα Vesicularia dubyana μπορούν να χρησιμοποιηθούν για να παρέχουν κάλυψη και ζωντανούς μικροοργανισμούς για τα ίδια τα ενήλικα άτομα αλλά και τα μωρά τους.

Καλύτερα να διατηρούνται σε ζευγάρια και προτιμότερο είναι να μην έχουν σαν συγκατοίκους μεγαλύτερα ή πιο δραστήρια είδη καθώς μπορεί ένα τέτοιο περιβάλλον να τα στρεσάρει. Η συγκατοίκηση με μικρά δραστήρια ψάρια (πχ tetras) ή άλλες κιχλίδες νάνους τα κάνει λιγότερο ντροπαλά.

Η θερμοκρασία των νερών που τα φιλοξενούν δεν πρέπει να υπερβαίνει τους 25°C με 26°C γιατί οι υψηλότερες θερμοκρασίες θα στρεσάρουν τα ψάρια. Η ανθρακική σκληρότητα δεν πρέπει να είναι χαμηλότερη από τρεις γερμανικούς βαθμούς (3 dKH) εκτός και αν το ενυδρείο είναι πολύ αραιοκατοικημένο.

Τα αρσενικά άτομα είναι ελαφρώς μεγαλύτερα από τα θηλυκά και έχουν μεγαλύτερα κοιλιακά (pelvic) πτερύγια, μεγαλύτερο το πρώτο ραχιαίο (dorsal) φτερό και μεγαλύτερες τις ραχιαίες μεμβράνες.

Τοποθετούν τα αβγά τους σε οριζόντιες επιφάνειες βράχων και υδρόβιων φυλλωμάτων. Συνήθως τα θηλυκά ξεκινούν τη διαδικασία οδηγώντας τα αρσενικά σε χώρο που τον έχουν επιλέξει και καθαρίσει. Η κοιλιά στα θηλυκά - την εποχή της αναπαραγωγής - έχει χρώμα έντονο κόκκινο-βυσσινί και τα θηλυκά την επιδεικνύουν σε κάθε ευκαιρία στα αρσενικά. Συνήθως γεννούν γύρω στα διακόσια αβγά που εκκολάπτονται μόνο εάν οι τιμές του pH είναι οι ιδανικές. Ανάλογα με την θερμοκρασία η εκκόλαψη παίρνει δύο με τρεις μέρες και οι λάρβες μεταφέρονται σε ένα μικρό λάκκο που το ζευγάρι έχει σκάψει ήδη.

Και οι δυο γονείς προσέχουν τα αβγά και τα μωρά τους (biparental care) που καταναλώνουν τον λεκιθικό τους σάκο και ξεκινούν να κολυμπάνε κανονικά (γίνονται free swimming) μετά από περίπου τρεις (3) μέρες, οπότε και μπορούν να πάρουν ναύπλιους από Artemia salina ως τροφή. Τα ενήλικα αποδέχονται τα μωρά τους μέχρι αυτά να φτάσουν το ένα εκατοστό (1 cm) σε μήκος.

 

Λόγω της μεγάλης ζήτησης για το είδος τα M. ramirezi έχουν αναπαραχθεί στην αιχμαλωσία σε τεράστιους αριθμούς και για πολλά χρόνια και γι αυτό τα χρώματά των γεννημένων στην αιχμαλωσία ατόμων (captive bred)  δεν είναι τόσο έντονα όσο των άγριων προγόνων (wild caught) τους.

Οι συνεχείς αιμομιξίες εξ’ άλλου μπορούν να δώσουν άτομα με παρεκκλίνουσα μορφή (δυσπλασίες και άλλες φαινοτυπικές ανωμαλίες), γι’ αυτό είναι προτιμότερο να αλλάζεται ο ένας από τους δύο γονείς εφ’ όσον τέτοιες ανωμαλίες υπερβαίνουν το 5% των απογόνων τους.

  ΣΥΝΕΧΕΙΑ...

 

 
 





• ΠΑΝΩ • ΕΜΠΡΟΣ •

 ΕΙΣΑΓΩΓΗ  ▪  ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ LINKS

2001 -  2016

Απαγορεύεται αναδημοσίευση των άρθρων ή μέρος αυτών, χωρίς την άδεια του ΓΗ & ΥΔΩΡ